• Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

    Είναι θέμα κοινής λογικής, ή μήπως όχι;

     Σε όλο τον κόσμο, από τις μεγάλες επιχειρήσεις έως τα μικρά μαγαζιά και τα νοικυριά, ο κανόνας λέει: Εσοδα - έξοδα - υπόλοιπο. Που στην προκειμένη περίπτωση, με απλά λόγια, θα σήμαινε έβγαλες 20.000 για παράδειγμα αυτό το χρόνο, χάλασες (αποδεδειγμένα) 15.000, άρα σου φορολογώ τις 5.000. Δεν είναι απλό;


    Aκόμη πιο απλό είναι να καταλάβουμε (καταλάβουν…) πως αν ξοδέψω (έχοντας πάντα τις νόμιμες αποδείξεις) 15.000 ευρώ σε ένα χρόνο το κράτος θα έχει εισπράξει τον αναλογούντα ΦΠΑ που σαν ποσό μόνον ευκαταφρόνητο δεν είναι. Tώρα, αν τα χάλασα σε σουβλάκια, αν τα ξόδεψα όλα σε σούπερ μάρκετ ή αν χάλαγε κάθε μέρα το καζανάκι μου και φώναζα τον υδραυλικό δεν έχει καμία σημασία. Εχω τις (νόμιμες επαναλαμβάνω) αποδείξεις, το δημόσιο ταμείο έχει εισπράξει τον ΦΠΑ, οπότε όλα ΟΚ.

    Με αυτόν τον απλοϊκό έως "μπακαλίστικο" τρόπο το κράτος θα με υποχρέωνε να μαζεύω αποδείξεις ΟΛΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ακόμη και για το τελευταίο ευρώ, διότι μου δίνει κίνητρο ουσιαστικό και αποτελεσματικό.

    Αντίθετα με τις… δημιουργικές λογιστικές του 50% των σούπερ μάρκετ (λές και το άλλο 50% δεν το πλήρωσα εγώ), με τα ποσοστά-πλαφόν επί του εισοδήματος και τα λοιπά ακατάληπτα, το αποτέλεσμα είναι ότι σίγουρα, μόλις συμπληρώσω το απαιτούμενο ποσό των αποδείξεων και με δεδομένο πως και παραπάνω αποδείξεις να παρουσιάσω ουδείς τις αναγνωρίζει (τουλάχιστον αυτό ίσχυε έως πέρυσι), με βάζει στη λογική της διαπραγμάτευσης, του παζαριού και εν τέλει της φοροδιαφυγής.

    Με άλλα λόγια αν στα μισά του χρόνου έχω μαζέψει τις αποδείξεις που χρειάζομαι, στη συνέχεια δεν έχω ΚΑΝΕΝΑ κίνητρο να μαζέψω άλλες, οπότε αρχίζει το γνωστό φαινόμενο "τόσα με απόδειξη, τόσα χωρίς". Και ο πολίτης σκέφτεται: Αφού και να πάρω απόδειξη από τον υδραυλικό, τον ηλεκτρολόγο ή το συνεργείο αυτοκινήτων δεν θα έχω κανένα κέρδος, ας πληρώσω λιγότερα "μαύρα" , να μου μείνουν τα υπόλοιπα στην τσέπη.

    Ιδού λοιπόν πως ξαφνικά (επί της ουσίας όχι και τόσο ξαφνικά…) δημιουργείται η συμπαθής τάξη των επαγγελματιών που δεν εκδίδουν παρασταστικά και πως στο τέλος της ημέρας κάποιοι εισπράττουν χωρίς να πληρώνουν.

    Ιδού πως το ίδιο το κράτος, καθιστά τιμωρητική τη νομιμότητα και οικονομικά συμφέρουσα την παρανομία.

    Και ιδού πως έχουμε φτάσει να μιλάμε για φορολογούμενους δύο ταχυτήτων, για αυτούς που κρύβουν εισοδήματα και για υποζύγια (μισθωτοί- συνταξιούχοι) που πάντα πληρώνουν, για καρχαρίες και μαρίδες, κοκ.

    Ξέρω πολύ καλά ότι ο αντίλογος είναι πως έστω και αν δεν "μετρούν" οι επιπλέον αποδείξεις, εμείς πρέπει να τις ζητάμε διότι έτσι "διευρύνεται η φορολογική βάση και επομένως τα βάρη δεν πέφτουν στους ίδιους και τους ίδιους" (τα εισαγωγικά για να αποτυπωθεί ο λόγος των οικονομικών μας φωστήρων). Η απάντηση είναι: Σωστό! Αλλά άντε πέστο στη γιαγιά με τα 400 ευρώ σύνταξη που της χάλασε η βρύση και έχει μπροστά της τον υδραυλικό που της λέει 30 χωρίς απόδειξη, 50 με απόδειξη. Ξέρεις τί σημαίνουν 20 ευρώ γι' αυτήν μωρέ;
    Δεν είμαι οικονομολόγος, άλλο πράγμα σπούδασα.

    Αλλά η απλή λογική, η καθημερινή "μπακαλίστικη" κατά πολλούς πρακτική του "έσοδα - έξοδα - υπόλοιπο" μου φαίνεται πιο σωστή, πιο εύκολη και βέβαια πιο αποτελεσματική, αφού με τον τρόπο της θα με υποχρεώνει να κυνηγάω και το τελευταίο χαρτάκι ταμειακής μηχανής κάθε φορά που βάζω το χέρι στην τσέπη και πληρώνω από τσιγάρα και καφέ έως κάτι πολύ πιο ακριβό.

    Και αν όλοι έχουμε κίνητρο να το κάνουμε αυτό, τότε θα δούμε τη συμπαθή τάξη των επαγγελματιών που δεν κόβουν αποδείξεις να συρρικνώνεται και να εξαφανίζεται.
    Μπορεί να κάνω και λάθος. Είπαμε, οικονομολόγος δεν είμαι…
    Αλλά μήπως είναι όλοι αυτοί που μας έφεραν εδώ που είμαστε;


    protothema.gr